CookpadCookpad
Επισκέπτης
Εγγραφή ή Σύνδεση
Αποθήκευσε και δημιούργησε συνταγές, στείλε cooksnaps και άλλα
  • Αναζήτηση
  • Premium
    • Top Συνταγές με Cooksnaps
    • Συνταγές με τις περισσότερες προβολές
  • Premium
  • Challenges
  • Συχνές ερωτήσεις
  • Πες μας τη γνώμη σου
  • Περιοχή
  • Η συλλογή σου
Η συλλογή σου
Για να ξεκινήσεις να δημιουργείς τη δική σου συλλογή συνταγών, παρακαλούμε κάνε εγγραφή ή σύνδεση.
Nostalgia. Ή, μιά Καπνιστή Μπριζόλα, κάποτε..
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.
  • Πρόσθεσε Cooksnap
  • Προσθήκη σε φάκελο
  • Εκτύπωση
  • Μοιράσου
    • Αντιγράφηκε!
    • Email
    • Facebook
    • Καρφίτσωσέ
    • Twitter
  • Αναφορά συνταγής
  • Δες στατιστικά
  • Διόρθωση συνταγής
  • Διαγραφή
CookpadCookpad
Φωτογραφία της συνταγής Nostalgia. Ή, μιά Καπνιστή Μπριζόλα, κάποτε..

Nostalgia. Ή, μιά Καπνιστή Μπριζόλα, κάποτε..

ggr
ggr @george
Athens

Είναι, πια, σχεδόν ερειπωμένο. Η πόρτα έχει γείρει λες και νοιώθει και αυτή την κούραση από τα χρόνια που πέρασαν. Ο κισσός έχει θεριέψει και σκεπάζει σχεδόν τα πάντα. Τα τραπεζάκια στην αυλή της με το ζόρι στέκονται ακόμη στα πόδια τους. Και τα μικρά λουλουδάκια στο παρτέρι, ξεραμένα από την χρόνια έλλειψη νερού, θυμίζουν απολιθώματα μιας άλλης εποχής.... Μιας εποχής πριν από την κρίση που μαστίζει απ’ άκρη σ’ άκρη την κοινωνία μας, μιας κοινωνίας που είναι σε συνεχή αναζήτηση του σύγχρονου “άγιου δισκοπότηρου” της δικής μας σταυροφορίας, των “χαμένων ευρώ”. Μα τι λέω, μιας εποχής πριν και από το ίδιο το ευρώ. Και ακόμη πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω... Μιας εποχής που οι πολυκατοικίες “στοιβάζονταν” μόνο στο κέντρο της Αθήνας και περιοχές σαν και αυτήν ήσαν ακόμη μικροί παράδεισοι πράσινου. Με τα ρυάκια, αριστερά και δεξιά των δρόμων, να κατηφορίζουν από τις πηγές στα υψηλότερα σημεία της έως τα κτήματα στα χαμηλότερα και να μεταφέρουν γάργαρο νερό, που σε δρόσιζε όταν σεργιάνιζες σε εκείνους τους δρόμους και σε “μεθούσε” με το κελάρυσμά του. Όπως σε μεθούσαν με τα τραγούδια τους δεκάδες πουλιά, στα κλαδιά των δένδρων (πλάτανοι αιωνόβιοι) που στοιχίζοντας στις άκρες των δρόμων. (***)Τότε δεν είχα μυαλό, τότε δεν πίστευα ότι σε εκείνα τα ρυάκια και στα ρέματα της περιοχής υπήρχαν, ζούσαν ανάμεσά μας, νεράιδες, Και δράκοι. Κι ας μου το ‘λεγαν τα αηδόνια (πρόλαβα ακόμη κάποια στη περιοχή και όποιος ακούσει το γλυκό τραγούδι ελεύθερου αηδονιού δεν το ξεχνάει ποτέ) κι’ ας το έβλεπα στις ανθισμένες κερασιές (τα λουλούδια τους είχαν ακριβώς τα χρώματα των φορεμάτων τους), τότε δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Σήμερα, που οι μονοκατοικίες έχουν γίνει μεζονέτες και οι πύργοι (αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κάθε άλλος λαός τα φυλάει σαν κόρες οφθαλμών) μετατράπηκαν σε σύγχρονες πολυκατοικίες (έστω και αν είναι “μέχρι τριών ορόφων”), έχω καταλάβει πια ότι οι νεράιδες ήσαν εκεί, ανάμεσα στα γάργαρα νερά. Και ανάμεσά στους και η “καλή μας η νεράιδα”, που την χάσαμε και αυτήν..... Οι “δράκοι” όμως έμειναν. Βρήκαν χώρο και εξαπλώθηκαν. Άλλαξαν και μορφή, απέκτησαν ρόδες, μερικοί και τετρακίνηση, κάποιοι fumé τζάμια, και ξεχύνονται ελευθέρα, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύκτας, στους άλλοτε καταπράσινους δρόμους. Που τώρα έχουν πολύ λιγότερο πράσινο και καθόλου τρεχούμενα νερά. Στέρεψαν, και μαζί με αυτά και το τραγούδι των αηδονιών. Και το πέταγμα των νυχτερίδων το σούρουπο (ποτέ δεν θα πίστευα πως θα ‘ρθει ώρα που αυτά τα περίεργα πουλάκια με την τόσο κακή φήμη, θα μου έλειπαν κάποτε, θα αναζητούσα την παρέα του πετάγματός τους ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τις ανοιξιάτικες βραδιές στη βεράντα..... Ή, πάνω από τα τραπεζάκια ακριβώς αυτής της ταβέρνας..... Σήμερα αυτή η ταβέρνα κλείνει. Για μένα είναι μία ωραία ανάμνηση, μιας άλλης εποχής, που όλα ήσαν πιο αυθόρμητα, πιο “τυχοδιωκτικά”. Ακόμη και αν ήταν μία εικοσιπενταετία μετά από τις πρώτες εκείνες αναμνήσεις μου από την περιοχή. Μια εποχή που ο πεθερός μου (που δεν ήταν ακόμη πεθερός μου) με πήγε “στο ταβερνάκι που συχνάζανε από παλιά, με κάτι φίλους” και εκεί δοκίμασα για πρώτη φορά καπνιστή χοιρινή μπριζόλα. Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν από σήμερα. Ο μαγαζάτορας ήταν λιγομίλητος, και άμεσος, “τύπος του παλιού καιρού”, αλλά ευγενής και καθαρός. Και εμείς ενθουσιασμένοι..... Εγώ γιατί καταλάβαινα ότι “έπαιρνα πόντους” στη προσπάθειά μου να κερδίσω την κόρη του και εκείνος διότι καταλάβαινε ότι αυξάνονταν οι πιθανότητες να “απαλλαγεί” από αυτή !!! Και, ξάφνου, ο κάπελας ήρθε και άφησε στη μέση του τραπεζιού μία πιατέλα με δύο μυρωδάτες και λαχταριστές, ζουμερές και τεράστιες, καπνιστές μπριζόλες..... Καπνιστές χοιρινές μπριζόλες, με πατάτες, παντσέτα και κρεμμύδια.

Λίγα μυστικά ακόμα

[1] Καπνιστές μπριζόλες μπορείτε να βρείτε στα ψυγεία με τα συσκευασμένα κρέατα-αλλαντικά των σουπερμάρκετ, συχνά όμως είναι εισαγωγής. Διαβάζω όμως ότι μπορεί κανείς να βρει και σε κάποια χασάπικα, ελληνικές (από την Κρήτη, αν θυμάμαι καλά). Η τιμή τους, αν αρκετά ακριβότερη από τις απλές χοιρινές μπριζόλες, δεν είναι απαγορευτική (στα 10,0 – 10,5 € το κιλό) [2] Θα βρείτε κόκκους κέδρου σε όλα τα καταστήματα μπαχαρικών. Δεν τον έχω δει σε βαζάκια στα ράφια σουπερμάρκετ. Είναι ένα πολύ μυρωδάτο μπαχαρικό, από τον καρπό του αγριοκυπαρισσιού, του κέδρου, (juniper), ίδιο σε μέγεθος και πολύ παρεμφερές σε χρώμα με το μπαχάρι. [3] Η συνταγή δεν έχει και καμία ιδιαίτερη σχέση με τις καπνιστές μπριζόλες που τρώγαμε (όχι μόνο εκείνη, την πρώτη φορά, αλλά και με άλλες, επόμενες, ευκαιρίες) στο μικρό ταβερνάκι. Αυτή η συνταγή είναι τυπική αυστριακή, τυρολέζικη, γνωστή με το όνομα “Kaiserfleisch” (προς τιμήν του Kaiser, του αυτοκράτορα δηλαδή, της Αυστρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ που την είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση και την προτιμούμε με τον ζωμό της σερβιρισμένο από δίπλα) και συνήθως το κρέας συνοδεύεται από ξινολάχανο. Αν και μου αρέσει και αυτό πολύ, προτίμησα την συνταγή με πατάτες και παντσέτα, μία παραλλαγή που ταιριάζει περισσότερο στην κουζίνα της ταβερνούλας.

Είναι, πια, σχεδόν ερειπωμένο. Η πόρτα έχει γείρει λες και νοιώθει και αυτή την κούραση από τα χρόνια που πέρασαν. Ο κισσός έχει θεριέψει και σκεπάζει σχεδόν τα πάντα. Τα τραπεζάκια στην αυλή της με το ζόρι στέκονται ακόμη στα πόδια τους. Και τα μικρά λουλουδάκια στο παρτέρι, ξεραμένα από την χρόνια έλλειψη νερού, θυμίζουν απολιθώματα μιας άλλης εποχής.... Μιας εποχής πριν από την κρίση που μαστίζει απ’ άκρη σ’ άκρη την κοινωνία μας, μιας κοινωνίας που είναι σε συνεχή αναζήτηση του σύγχρονου “άγιου δισκοπότηρου” της δικής μας σταυροφορίας, των “χαμένων ευρώ”. Μα τι λέω, μιας εποχής πριν και από το ίδιο το ευρώ. Και ακόμη πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω... Μιας εποχής που οι πολυκατοικίες “στοιβάζονταν” μόνο στο κέντρο της Αθήνας και περιοχές σαν και αυτήν ήσαν ακόμη μικροί παράδεισοι πράσινου. Με τα ρυάκια, αριστερά και δεξιά των δρόμων, να κατηφορίζουν από τις πηγές στα υψηλότερα σημεία της έως τα κτήματα στα χαμηλότερα και να μεταφέρουν γάργαρο νερό, που σε δρόσιζε όταν σεργιάνιζες σε εκείνους τους δρόμους και σε “μεθούσε” με το κελάρυσμά του. Όπως σε μεθούσαν με τα τραγούδια τους δεκάδες πουλιά, στα κλαδιά των δένδρων (πλάτανοι αιωνόβιοι) που στοιχίζοντας στις άκρες των δρόμων. (***)Τότε δεν είχα μυαλό, τότε δεν πίστευα ότι σε εκείνα τα ρυάκια και στα ρέματα της περιοχής υπήρχαν, ζούσαν ανάμεσά μας, νεράιδες, Και δράκοι. Κι ας μου το ‘λεγαν τα αηδόνια (πρόλαβα ακόμη κάποια στη περιοχή και όποιος ακούσει το γλυκό τραγούδι ελεύθερου αηδονιού δεν το ξεχνάει ποτέ) κι’ ας το έβλεπα στις ανθισμένες κερασιές (τα λουλούδια τους είχαν ακριβώς τα χρώματα των φορεμάτων τους), τότε δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Σήμερα, που οι μονοκατοικίες έχουν γίνει μεζονέτες και οι πύργοι (αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κάθε άλλος λαός τα φυλάει σαν κόρες οφθαλμών) μετατράπηκαν σε σύγχρονες πολυκατοικίες (έστω και αν είναι “μέχρι τριών ορόφων”), έχω καταλάβει πια ότι οι νεράιδες ήσαν εκεί, ανάμεσα στα γάργαρα νερά. Και ανάμεσά στους και η “καλή μας η νεράιδα”, που την χάσαμε και αυτήν..... Οι “δράκοι” όμως έμειναν. Βρήκαν χώρο και εξαπλώθηκαν. Άλλαξαν και μορφή, απέκτησαν ρόδες, μερικοί και τετρακίνηση, κάποιοι fumé τζάμια, και ξεχύνονται ελευθέρα, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύκτας, στους άλλοτε καταπράσινους δρόμους. Που τώρα έχουν πολύ λιγότερο πράσινο και καθόλου τρεχούμενα νερά. Στέρεψαν, και μαζί με αυτά και το τραγούδι των αηδονιών. Και το πέταγμα των νυχτερίδων το σούρουπο (ποτέ δεν θα πίστευα πως θα ‘ρθει ώρα που αυτά τα περίεργα πουλάκια με την τόσο κακή φήμη, θα μου έλειπαν κάποτε, θα αναζητούσα την παρέα του πετάγματός τους ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τις ανοιξιάτικες βραδιές στη βεράντα..... Ή, πάνω από τα τραπεζάκια ακριβώς αυτής της ταβέρνας..... Σήμερα αυτή η ταβέρνα κλείνει. Για μένα είναι μία ωραία ανάμνηση, μιας άλλης εποχής, που όλα ήσαν πιο αυθόρμητα, πιο “τυχοδιωκτικά”. Ακόμη και αν ήταν μία εικοσιπενταετία μετά από τις πρώτες εκείνες αναμνήσεις μου από την περιοχή. Μια εποχή που ο πεθερός μου (που δεν ήταν ακόμη πεθερός μου) με πήγε “στο ταβερνάκι που συχνάζανε από παλιά, με κάτι φίλους” και εκεί δοκίμασα για πρώτη φορά καπνιστή χοιρινή μπριζόλα. Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν από σήμερα. Ο μαγαζάτορας ήταν λιγομίλητος, και άμεσος, “τύπος του παλιού καιρού”, αλλά ευγενής και καθαρός. Και εμείς ενθουσιασμένοι..... Εγώ γιατί καταλάβαινα ότι “έπαιρνα πόντους” στη προσπάθειά μου να κερδίσω την κόρη του και εκείνος διότι καταλάβαινε ότι αυξάνονταν οι πιθανότητες να “απαλλαγεί” από αυτή !!! Και, ξάφνου, ο κάπελας ήρθε και άφησε στη μέση του τραπεζιού μία πιατέλα με δύο μυρωδάτες και λαχταριστές, ζουμερές και τεράστιες, καπνιστές μπριζόλες..... Καπνιστές χοιρινές μπριζόλες, με πατάτες, παντσέτα και κρεμμύδια.

Λίγα μυστικά ακόμα

[1] Καπνιστές μπριζόλες μπορείτε να βρείτε στα ψυγεία με τα συσκευασμένα κρέατα-αλλαντικά των σουπερμάρκετ, συχνά όμως είναι εισαγωγής. Διαβάζω όμως ότι μπορεί κανείς να βρει και σε κάποια χασάπικα, ελληνικές (από την Κρήτη, αν θυμάμαι καλά). Η τιμή τους, αν αρκετά ακριβότερη από τις απλές χοιρινές μπριζόλες, δεν είναι απαγορευτική (στα 10,0 – 10,5 € το κιλό) [2] Θα βρείτε κόκκους κέδρου σε όλα τα καταστήματα μπαχαρικών. Δεν τον έχω δει σε βαζάκια στα ράφια σουπερμάρκετ. Είναι ένα πολύ μυρωδάτο μπαχαρικό, από τον καρπό του αγριοκυπαρισσιού, του κέδρου, (juniper), ίδιο σε μέγεθος και πολύ παρεμφερές σε χρώμα με το μπαχάρι. [3] Η συνταγή δεν έχει και καμία ιδιαίτερη σχέση με τις καπνιστές μπριζόλες που τρώγαμε (όχι μόνο εκείνη, την πρώτη φορά, αλλά και με άλλες, επόμενες, ευκαιρίες) στο μικρό ταβερνάκι. Αυτή η συνταγή είναι τυπική αυστριακή, τυρολέζικη, γνωστή με το όνομα “Kaiserfleisch” (προς τιμήν του Kaiser, του αυτοκράτορα δηλαδή, της Αυστρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ που την είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση και την προτιμούμε με τον ζωμό της σερβιρισμένο από δίπλα) και συνήθως το κρέας συνοδεύεται από ξινολάχανο. Αν και μου αρέσει και αυτό πολύ, προτίμησα την συνταγή με πατάτες και παντσέτα, μία παραλλαγή που ταιριάζει περισσότερο στην κουζίνα της ταβερνούλας.

Δες περισσότερα

Nostalgia. Ή, μιά Καπνιστή Μπριζόλα, κάποτε..

ggr
ggr @george
Athens

Είναι, πια, σχεδόν ερειπωμένο. Η πόρτα έχει γείρει λες και νοιώθει και αυτή την κούραση από τα χρόνια που πέρασαν. Ο κισσός έχει θεριέψει και σκεπάζει σχεδόν τα πάντα. Τα τραπεζάκια στην αυλή της με το ζόρι στέκονται ακόμη στα πόδια τους. Και τα μικρά λουλουδάκια στο παρτέρι, ξεραμένα από την χρόνια έλλειψη νερού, θυμίζουν απολιθώματα μιας άλλης εποχής.... Μιας εποχής πριν από την κρίση που μαστίζει απ’ άκρη σ’ άκρη την κοινωνία μας, μιας κοινωνίας που είναι σε συνεχή αναζήτηση του σύγχρονου “άγιου δισκοπότηρου” της δικής μας σταυροφορίας, των “χαμένων ευρώ”. Μα τι λέω, μιας εποχής πριν και από το ίδιο το ευρώ. Και ακόμη πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω... Μιας εποχής που οι πολυκατοικίες “στοιβάζονταν” μόνο στο κέντρο της Αθήνας και περιοχές σαν και αυτήν ήσαν ακόμη μικροί παράδεισοι πράσινου. Με τα ρυάκια, αριστερά και δεξιά των δρόμων, να κατηφορίζουν από τις πηγές στα υψηλότερα σημεία της έως τα κτήματα στα χαμηλότερα και να μεταφέρουν γάργαρο νερό, που σε δρόσιζε όταν σεργιάνιζες σε εκείνους τους δρόμους και σε “μεθούσε” με το κελάρυσμά του. Όπως σε μεθούσαν με τα τραγούδια τους δεκάδες πουλιά, στα κλαδιά των δένδρων (πλάτανοι αιωνόβιοι) που στοιχίζοντας στις άκρες των δρόμων. (***)Τότε δεν είχα μυαλό, τότε δεν πίστευα ότι σε εκείνα τα ρυάκια και στα ρέματα της περιοχής υπήρχαν, ζούσαν ανάμεσά μας, νεράιδες, Και δράκοι. Κι ας μου το ‘λεγαν τα αηδόνια (πρόλαβα ακόμη κάποια στη περιοχή και όποιος ακούσει το γλυκό τραγούδι ελεύθερου αηδονιού δεν το ξεχνάει ποτέ) κι’ ας το έβλεπα στις ανθισμένες κερασιές (τα λουλούδια τους είχαν ακριβώς τα χρώματα των φορεμάτων τους), τότε δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Σήμερα, που οι μονοκατοικίες έχουν γίνει μεζονέτες και οι πύργοι (αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κάθε άλλος λαός τα φυλάει σαν κόρες οφθαλμών) μετατράπηκαν σε σύγχρονες πολυκατοικίες (έστω και αν είναι “μέχρι τριών ορόφων”), έχω καταλάβει πια ότι οι νεράιδες ήσαν εκεί, ανάμεσα στα γάργαρα νερά. Και ανάμεσά στους και η “καλή μας η νεράιδα”, που την χάσαμε και αυτήν..... Οι “δράκοι” όμως έμειναν. Βρήκαν χώρο και εξαπλώθηκαν. Άλλαξαν και μορφή, απέκτησαν ρόδες, μερικοί και τετρακίνηση, κάποιοι fumé τζάμια, και ξεχύνονται ελευθέρα, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύκτας, στους άλλοτε καταπράσινους δρόμους. Που τώρα έχουν πολύ λιγότερο πράσινο και καθόλου τρεχούμενα νερά. Στέρεψαν, και μαζί με αυτά και το τραγούδι των αηδονιών. Και το πέταγμα των νυχτερίδων το σούρουπο (ποτέ δεν θα πίστευα πως θα ‘ρθει ώρα που αυτά τα περίεργα πουλάκια με την τόσο κακή φήμη, θα μου έλειπαν κάποτε, θα αναζητούσα την παρέα του πετάγματός τους ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τις ανοιξιάτικες βραδιές στη βεράντα..... Ή, πάνω από τα τραπεζάκια ακριβώς αυτής της ταβέρνας..... Σήμερα αυτή η ταβέρνα κλείνει. Για μένα είναι μία ωραία ανάμνηση, μιας άλλης εποχής, που όλα ήσαν πιο αυθόρμητα, πιο “τυχοδιωκτικά”. Ακόμη και αν ήταν μία εικοσιπενταετία μετά από τις πρώτες εκείνες αναμνήσεις μου από την περιοχή. Μια εποχή που ο πεθερός μου (που δεν ήταν ακόμη πεθερός μου) με πήγε “στο ταβερνάκι που συχνάζανε από παλιά, με κάτι φίλους” και εκεί δοκίμασα για πρώτη φορά καπνιστή χοιρινή μπριζόλα. Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν από σήμερα. Ο μαγαζάτορας ήταν λιγομίλητος, και άμεσος, “τύπος του παλιού καιρού”, αλλά ευγενής και καθαρός. Και εμείς ενθουσιασμένοι..... Εγώ γιατί καταλάβαινα ότι “έπαιρνα πόντους” στη προσπάθειά μου να κερδίσω την κόρη του και εκείνος διότι καταλάβαινε ότι αυξάνονταν οι πιθανότητες να “απαλλαγεί” από αυτή !!! Και, ξάφνου, ο κάπελας ήρθε και άφησε στη μέση του τραπεζιού μία πιατέλα με δύο μυρωδάτες και λαχταριστές, ζουμερές και τεράστιες, καπνιστές μπριζόλες..... Καπνιστές χοιρινές μπριζόλες, με πατάτες, παντσέτα και κρεμμύδια.

Λίγα μυστικά ακόμα

[1] Καπνιστές μπριζόλες μπορείτε να βρείτε στα ψυγεία με τα συσκευασμένα κρέατα-αλλαντικά των σουπερμάρκετ, συχνά όμως είναι εισαγωγής. Διαβάζω όμως ότι μπορεί κανείς να βρει και σε κάποια χασάπικα, ελληνικές (από την Κρήτη, αν θυμάμαι καλά). Η τιμή τους, αν αρκετά ακριβότερη από τις απλές χοιρινές μπριζόλες, δεν είναι απαγορευτική (στα 10,0 – 10,5 € το κιλό) [2] Θα βρείτε κόκκους κέδρου σε όλα τα καταστήματα μπαχαρικών. Δεν τον έχω δει σε βαζάκια στα ράφια σουπερμάρκετ. Είναι ένα πολύ μυρωδάτο μπαχαρικό, από τον καρπό του αγριοκυπαρισσιού, του κέδρου, (juniper), ίδιο σε μέγεθος και πολύ παρεμφερές σε χρώμα με το μπαχάρι. [3] Η συνταγή δεν έχει και καμία ιδιαίτερη σχέση με τις καπνιστές μπριζόλες που τρώγαμε (όχι μόνο εκείνη, την πρώτη φορά, αλλά και με άλλες, επόμενες, ευκαιρίες) στο μικρό ταβερνάκι. Αυτή η συνταγή είναι τυπική αυστριακή, τυρολέζικη, γνωστή με το όνομα “Kaiserfleisch” (προς τιμήν του Kaiser, του αυτοκράτορα δηλαδή, της Αυστρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ που την είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση και την προτιμούμε με τον ζωμό της σερβιρισμένο από δίπλα) και συνήθως το κρέας συνοδεύεται από ξινολάχανο. Αν και μου αρέσει και αυτό πολύ, προτίμησα την συνταγή με πατάτες και παντσέτα, μία παραλλαγή που ταιριάζει περισσότερο στην κουζίνα της ταβερνούλας.

Είναι, πια, σχεδόν ερειπωμένο. Η πόρτα έχει γείρει λες και νοιώθει και αυτή την κούραση από τα χρόνια που πέρασαν. Ο κισσός έχει θεριέψει και σκεπάζει σχεδόν τα πάντα. Τα τραπεζάκια στην αυλή της με το ζόρι στέκονται ακόμη στα πόδια τους. Και τα μικρά λουλουδάκια στο παρτέρι, ξεραμένα από την χρόνια έλλειψη νερού, θυμίζουν απολιθώματα μιας άλλης εποχής.... Μιας εποχής πριν από την κρίση που μαστίζει απ’ άκρη σ’ άκρη την κοινωνία μας, μιας κοινωνίας που είναι σε συνεχή αναζήτηση του σύγχρονου “άγιου δισκοπότηρου” της δικής μας σταυροφορίας, των “χαμένων ευρώ”. Μα τι λέω, μιας εποχής πριν και από το ίδιο το ευρώ. Και ακόμη πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω... Μιας εποχής που οι πολυκατοικίες “στοιβάζονταν” μόνο στο κέντρο της Αθήνας και περιοχές σαν και αυτήν ήσαν ακόμη μικροί παράδεισοι πράσινου. Με τα ρυάκια, αριστερά και δεξιά των δρόμων, να κατηφορίζουν από τις πηγές στα υψηλότερα σημεία της έως τα κτήματα στα χαμηλότερα και να μεταφέρουν γάργαρο νερό, που σε δρόσιζε όταν σεργιάνιζες σε εκείνους τους δρόμους και σε “μεθούσε” με το κελάρυσμά του. Όπως σε μεθούσαν με τα τραγούδια τους δεκάδες πουλιά, στα κλαδιά των δένδρων (πλάτανοι αιωνόβιοι) που στοιχίζοντας στις άκρες των δρόμων. (***)Τότε δεν είχα μυαλό, τότε δεν πίστευα ότι σε εκείνα τα ρυάκια και στα ρέματα της περιοχής υπήρχαν, ζούσαν ανάμεσά μας, νεράιδες, Και δράκοι. Κι ας μου το ‘λεγαν τα αηδόνια (πρόλαβα ακόμη κάποια στη περιοχή και όποιος ακούσει το γλυκό τραγούδι ελεύθερου αηδονιού δεν το ξεχνάει ποτέ) κι’ ας το έβλεπα στις ανθισμένες κερασιές (τα λουλούδια τους είχαν ακριβώς τα χρώματα των φορεμάτων τους), τότε δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Σήμερα, που οι μονοκατοικίες έχουν γίνει μεζονέτες και οι πύργοι (αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που κάθε άλλος λαός τα φυλάει σαν κόρες οφθαλμών) μετατράπηκαν σε σύγχρονες πολυκατοικίες (έστω και αν είναι “μέχρι τριών ορόφων”), έχω καταλάβει πια ότι οι νεράιδες ήσαν εκεί, ανάμεσα στα γάργαρα νερά. Και ανάμεσά στους και η “καλή μας η νεράιδα”, που την χάσαμε και αυτήν..... Οι “δράκοι” όμως έμειναν. Βρήκαν χώρο και εξαπλώθηκαν. Άλλαξαν και μορφή, απέκτησαν ρόδες, μερικοί και τετρακίνηση, κάποιοι fumé τζάμια, και ξεχύνονται ελευθέρα, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύκτας, στους άλλοτε καταπράσινους δρόμους. Που τώρα έχουν πολύ λιγότερο πράσινο και καθόλου τρεχούμενα νερά. Στέρεψαν, και μαζί με αυτά και το τραγούδι των αηδονιών. Και το πέταγμα των νυχτερίδων το σούρουπο (ποτέ δεν θα πίστευα πως θα ‘ρθει ώρα που αυτά τα περίεργα πουλάκια με την τόσο κακή φήμη, θα μου έλειπαν κάποτε, θα αναζητούσα την παρέα του πετάγματός τους ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τις ανοιξιάτικες βραδιές στη βεράντα..... Ή, πάνω από τα τραπεζάκια ακριβώς αυτής της ταβέρνας..... Σήμερα αυτή η ταβέρνα κλείνει. Για μένα είναι μία ωραία ανάμνηση, μιας άλλης εποχής, που όλα ήσαν πιο αυθόρμητα, πιο “τυχοδιωκτικά”. Ακόμη και αν ήταν μία εικοσιπενταετία μετά από τις πρώτες εκείνες αναμνήσεις μου από την περιοχή. Μια εποχή που ο πεθερός μου (που δεν ήταν ακόμη πεθερός μου) με πήγε “στο ταβερνάκι που συχνάζανε από παλιά, με κάτι φίλους” και εκεί δοκίμασα για πρώτη φορά καπνιστή χοιρινή μπριζόλα. Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν από σήμερα. Ο μαγαζάτορας ήταν λιγομίλητος, και άμεσος, “τύπος του παλιού καιρού”, αλλά ευγενής και καθαρός. Και εμείς ενθουσιασμένοι..... Εγώ γιατί καταλάβαινα ότι “έπαιρνα πόντους” στη προσπάθειά μου να κερδίσω την κόρη του και εκείνος διότι καταλάβαινε ότι αυξάνονταν οι πιθανότητες να “απαλλαγεί” από αυτή !!! Και, ξάφνου, ο κάπελας ήρθε και άφησε στη μέση του τραπεζιού μία πιατέλα με δύο μυρωδάτες και λαχταριστές, ζουμερές και τεράστιες, καπνιστές μπριζόλες..... Καπνιστές χοιρινές μπριζόλες, με πατάτες, παντσέτα και κρεμμύδια.

Λίγα μυστικά ακόμα

[1] Καπνιστές μπριζόλες μπορείτε να βρείτε στα ψυγεία με τα συσκευασμένα κρέατα-αλλαντικά των σουπερμάρκετ, συχνά όμως είναι εισαγωγής. Διαβάζω όμως ότι μπορεί κανείς να βρει και σε κάποια χασάπικα, ελληνικές (από την Κρήτη, αν θυμάμαι καλά). Η τιμή τους, αν αρκετά ακριβότερη από τις απλές χοιρινές μπριζόλες, δεν είναι απαγορευτική (στα 10,0 – 10,5 € το κιλό) [2] Θα βρείτε κόκκους κέδρου σε όλα τα καταστήματα μπαχαρικών. Δεν τον έχω δει σε βαζάκια στα ράφια σουπερμάρκετ. Είναι ένα πολύ μυρωδάτο μπαχαρικό, από τον καρπό του αγριοκυπαρισσιού, του κέδρου, (juniper), ίδιο σε μέγεθος και πολύ παρεμφερές σε χρώμα με το μπαχάρι. [3] Η συνταγή δεν έχει και καμία ιδιαίτερη σχέση με τις καπνιστές μπριζόλες που τρώγαμε (όχι μόνο εκείνη, την πρώτη φορά, αλλά και με άλλες, επόμενες, ευκαιρίες) στο μικρό ταβερνάκι. Αυτή η συνταγή είναι τυπική αυστριακή, τυρολέζικη, γνωστή με το όνομα “Kaiserfleisch” (προς τιμήν του Kaiser, του αυτοκράτορα δηλαδή, της Αυστρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ που την είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση και την προτιμούμε με τον ζωμό της σερβιρισμένο από δίπλα) και συνήθως το κρέας συνοδεύεται από ξινολάχανο. Αν και μου αρέσει και αυτό πολύ, προτίμησα την συνταγή με πατάτες και παντσέτα, μία παραλλαγή που ταιριάζει περισσότερο στην κουζίνα της ταβερνούλας.

Δες περισσότερα
Αποθηκεύτηκε
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.
Διόρθωση συνταγής
Δες στατιστικά
Προσθήκη σε φάκελο
Πρόσθεσε CooksnapΠρόσθεσε Cooksnap
ΜοιράσουΜοιράσου
  • Αντιγράφηκε!
  • Email
  • Facebook
  • Καρφίτσωσέ
  • Twitter
ΕκτύπωσηΕκτύπωση
  • ΕκτύπωσηΕκτύπωση
  • Πρόσθεσε CooksnapΠρόσθεσε Cooksnap
  • Αναφορά συνταγής
  • Δες στατιστικά
  • Διαγραφή
Μοιράσου
  • Αντιγράφηκε!
  • Email
  • Facebook
  • Καρφίτσωσέ
  • Twitter
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.
  • Πρόσθεσε Cooksnap
  • Προσθήκη σε φάκελο
  • Εκτύπωση
  • Αναφορά συνταγής
  • Δες στατιστικά
  • Διόρθωση συνταγής
  • Διαγραφή

Υλικά

2 άτομα
  1. ...για τις καπνιστές μπριζόλες
  2. 2καπνιστές χοιρινές μπριζόλες (δείτε “Μυστικά” [1])
  3. 10 κόκκουςκέδρου (δείτε “Μυστικά” [2])
  4. 300 mlζωμό κρέατος
  5. πιπέρι μαύρο, σε κόκκους και αυτό
  6. αλάτι, ανάλογα με τα γούστα
  7. 1/4του ποτηριού γάλα
  8. 1/2ενός μέτριου κρεμμυδιού
  9. ...για τις πατάτες
  10. 4πατάτες μέτριου μεγέθους
  11. 1“τσιμπιά” χοντρό αλάτι
  12. 2 φέτεςπαντσέτα (να είναι σχετικά χοντρές, τουλάχιστον 3 mm. Αν είναι και καπνιστή, ακόμη καλύτερα)
  13. 1μέτριο κρεμμύδι, ξερό
  14. μαύρο πιπέρι φρεσκοτριμμένο, ανάλογα με τα γούστα
  15. ψιλό αλάτι, ανάλογα με τα γούστα
  16. ελαιόλαδο, όσο απαιτηθεί
Cookpad Άνοιξε στην εφαρμογή της Cookpad
Αποθηκεύτηκε
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.

Οδηγίες μαγειρέματος

  1. 1

    Μαγειρεύουμε παράλληλα τις μπριζόλες με τις πατάτες, ώστε να είναι έτοιμες ταυτόχρονα.

  2. 2

    Βάζουμε τις πατάτες, με την φλούδα τους αλλά καλά καθαρισμένες από εξωτερικά χώματα κλπ και καλά πλυμένες κάτω από τρεχούμενο νερό σε μία ψηλή κατσαρόλα, με κρύο νερό, λίγο αλάτι και ξεκινάμε το βράσιμό τους. Προσέχουμε να τις βγάλουμε όσο είναι βρασμένες αλλά σφικτές (και μάλιστα και μια στάλα πιο πριν). Δεν θέλουμε να παραβράσουν γιατί θα συνεχίσουμε το μαγείρεμά τους στο τηγάνι.

  3. 3

    Την ίδια ώρα ετοιμάζουμε το κρέας. Σε μία άλλη, ευρύχωρη αν και όχι κατ΄ ανάγκη ψηλή κατσαρόλα, ρίχνουμε τον ζωμό του κρέατος (και περισσότερο να βάλετε από τα προτεινόμενα 300 ml ακόμη καλύτερα θα είναι), αραδιάζουμε τις καπνιστές μπριζόλες μας (καλό είναι να τις χωράει χωρίς να καπακώνονται, συμπληρώνουμε με νερό μέχρι να σκεπαστεί το κρέας εντελώς, προσθέτουμε τους κόκκους του κέδρου, το κρεμμύδι και τα φέρνουμε σε βρασμό, γυρίζοντας πότε-πότε το κρέας. Στην αρχή η ένταση της εστίας να είναι δυνατή, μόλις όμως το νερό αρχίσει να βράζει την χαμηλώνουμε και αφήνουμε το κρέας να μαγειρευτεί.

  4. 4

    Μετά από 30 λεπτά, οι πατάτες πρέπει να είναι έτοιμες. Τις σουρώνουμε, τις καθαρίζουμε και τις κόβουμε σε ροδέλες χοντρές περίπου 1 εκατοστό.

  5. 5

    Κόβουμε σε λεπτές ροδέλες ένα κρεμμύδι (προσπαθούμε να μη σπάσουν οι ροδέλες, να διατηρήσουν το κυκλικό σχήμα τους), και κόβουμε τις δύο (και τρεις να είναι, και τέσσερις, ακόμη καλύτερα) φέτες της παντσέτας σε –μάλλον χονδρές, του 1,5 εκατοστού– λωρίδες,

  6. 6

    Σε ένα ευρύχωρο τηγάνι βάζουμε αρκετό ελαιόλαδο (πιο υγιεινό, αν και γίνονται πιο νόστιμες με βούτυρο... Εάν θέλετε, μπορείτε να δοκιμάσετε και με ένα πενήντα-πενήντα, εσείς αποφασίζετε.....), προσθέτουμε τις ροδέλες του κρεμμυδιού και τις λωρίδες της παντσέτας και τα τηγανίζουμε για 3 λεπτά.

  7. 7

    Προσθέτουμε τότε τις πατάτες σε ροδέλες (δεν τις ρίχνουμε άτακτα, τις τοποθετούμε μία μία πάνω στην επιφάνεια του τηγανιού), αλατίζουμε, τρίβουμε και λίγο φρέσκο πιπέρι (ανάλογα με τα γούστα μας και τα δύο, αλλά το πιπέρι τους πάει πολύ, όπως άλλωστε και το curry). Με μία μικρή σπάτουλα, τις γυρίζουμε κάθε τόσο (δεν περιμένουμε δηλαδή να “γίνουν” από την μία πλευρά πριν τις γυρίσουμε από την άλλη). Είναι έτοιμες όταν έχουν αποκτήσει και από τις δύο πλευρές μία λεπτή κρούστα.

  8. 8

    Όταν οι πατάτες είναι σχεδόν έτοιμες (να θέλουν κανένα 5λεπτο ακόμη), ρίχνουμε στην κατσαρόλα με τις καπνιστές μπριζόλες το γάλα, αφήνουμε να μαγειρευτούν εκεί μέσα για άλλα 3-4 λεπτά, σκεπάζουμε την κατσαρόλα με το καπάκι και περιμένουμε να ολοκληρωθεί και το τηγάνισμα.

  9. 9

    Όταν και οι πατάτες είναι έτοιμες, σερβίρουμε με μία καλή κουταλιά καυτερής μουστάρδας δίπλα στο κρέας και μία παγωμένη μπύρα δίπλα στο κάθε πιάτο.

  10. 10

    Στην Κηφισιά που δεν υπάρχει πιά !!!

Αποθηκεύτηκε
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.
Διόρθωση συνταγής
Δες στατιστικά
Προσθήκη σε φάκελο
Πρόσθεσε CooksnapΠρόσθεσε Cooksnap
ΜοιράσουΜοιράσου
  • Αντιγράφηκε!
  • Email
  • Facebook
  • Καρφίτσωσέ
  • Twitter
ΕκτύπωσηΕκτύπωση
  • ΕκτύπωσηΕκτύπωση
  • Πρόσθεσε CooksnapΠρόσθεσε Cooksnap
  • Αναφορά συνταγής
  • Δες στατιστικά
  • Διαγραφή

Cooksnaps

Αποθηκεύτηκε
Αποθήκευσε τη συνταγή για να τη βρεις ξανά.
  • Πρόσθεσε Cooksnap
  • Προσθήκη σε φάκελο
  • Εκτύπωση
  • Μοιράσου
    • Αντιγράφηκε!
    • Email
    • Facebook
    • Καρφίτσωσέ
    • Twitter
  • Αναφορά συνταγής
  • Δες στατιστικά
  • Διόρθωση συνταγής
  • Διαγραφή

Αντιγράφηκε!

ggr
ggr @george
στις Δευτέρα 02 Ιούλιος 2012 16:41:47 UTC
Athens

Σχόλια

Επισκέπτης
Γράψε ένα σχόλιο
0/0

Παρόμοιες συνταγές

Περισσότερες συνταγές

  1. Σαλάτα τόνου υψηλής πρωτεΐνης
  2. Κοτόπουλο αλα κρεμ
  3. Ρύζι ανάμικτο
  4. Γιαουρτογλυκό!!!
  5. Φασολάκια πράσινα σαλάτα με τόνο
  1. Μαρεγκάκια ή Μπεζέδες
  2. Μαρμελάδα με ροδάκινα & βερύκοκα. “Εις σάρκαν μία”
  3. Chicken nuggets
  4. Gnocchi πατάτας
  5. Ψωμάκια κανέλας
  1. Αλμυρή κολοκυθόπιτα χωρίς φύλλο
  2. Τζατζίκι βάλσαμο
  3. Gnocchi πατάτας
  4. Ψωμάκια κανέλας
https://cookpad.wasmer.app/gr/sintages/3080792
Cookpad Άνοιξε στην εφαρμογή της Cookpad

Για εμάς

Η αποστολή μας στην Cookpad είναι να κάνουμε το καθημερινό μαγείρεμα ευχάριστο, γιατί πιστεύουμε ότι η μαγειρική είναι το κλειδί για μια πιο ευτυχισμένη, υγιεινή ζωή για το άτομο, την κοινωνία και τον πλανήτη. Βοηθάμε τους ανθρώπους που μαγειρεύουν στο σπίτι τους σε όλο τον κόσμο, να βοηθούν ο ένας τον άλλο με το να μοιράζονται συνταγές και μαγειρικές εμπειρίες.

Κάνε συνδρομή στο Premium για αποκλειστικές λειτουργίες και προνόμια!

Κοινότητες της Cookpad

🇺🇸 United States 🇬🇧 United Kingdom 🇪🇸 España 🇦🇷 Argentina 🇺🇾 Uruguay 🇲🇽 México 🇨🇱 Chile 🇻🇳 Việt Nam 🇹🇭 ไทย 🇮🇩 Indonesia 🇫🇷 France 🇸🇦 السعودية 🇹🇼 臺灣 🇮🇹 Italia 🇮🇷 ایران 🇮🇳 India 🇭🇺 Magyarország 🇳🇬 Nigeria 🇬🇷 Ελλάδα 🇲🇾 Malaysia 🇵🇹 Portugal 🇺🇦 Україна 🇯🇵 日本 Δες τις όλες

Μάθε κι άλλα

Cookpad Premium Καριέρες Επικοινωνία Blog Όροι Χρήσης Πώς λειτουργει η κοινότητα της Cookpad Πολιτική Απορρήτου Συχνές Ερωτήσεις

Κατέβασε την εφαρμογή μας

Άνοιξε την εφαρμογή της Cookpad στο Google Play Άνοιξε την εφαρμογή της Cookpad στο App Store
Πνευματικά δικαιώματα © Cookpad Inc. Κατοχυρωμένα δικαιώματα
close