
Κουραμπιέδες του Τσελεμεντέ

“Εν αρχή ήσαν οι Αρχαίοι Έλληνες” (διότι, ως γνωστόν, πίσω από το κάθε τι σε αυτόν τον κόσμο ήταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι…) Εκείνοι λοιπόν χρησιμοποιούσαν τον όρο “δί-πυρον” στην τεχνική ψησίματος που εφάρμοζαν για να μην χαλάει εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών, με την οποία τον έψηναν δύο φορές.
Ήρθαν κατόπιν οι Λατίνοι οι οποίοι (ως άλλοι, προχριστιανοί, …Γιαπωνέζοι) αντέγραψαν τον όρο και τον άλλαξαν σε “bis-cuit”, με τους απογόνους τους, τους Ιταλούς, να το αλλάζουν ακόμη λίγο και να το κάνουν “bis-cotto”, λέξη που υπάρχει μέχρι και σήμερα και μάλιστα είναι διαδεδομένη σε όλον τον κόσμο.
Ναι, αλλά μερικούς αιώνες πιο πριν, οι Βενετοί έμποροι είχαν προλάβει και είχαν κάνει το ίδιο με το λατινογενές “bis-cuit”, που το διέδωσαν στις αγορές τις Ανατολής για τις οποίες τα καράβια τους “είχαν ανοίξει πανιά” και είχαν πολλά νταραβέρια.
Οι μπουνταλάδες εξ ανατολών γείτονές μας δεν μπορούσαν να το προφέρουν σωστά και έτσι, τελικά, εκείνο που επιβίωσε ήταν η παραφθορά της λέξης, ένα “biye”, το οποίο στα τούρκικα σημαίνει ακριβώς αυτό, το μπισκότο. Του κότσαραν από μπροστά και ένα “kuru” που σημαίνει στη γλώσσα τους “ξηρός” και, ιδού κυρίες μου, η λατινο-αραβική λέξη, το “kura-biye”, το ξηρό μπισκότο…
Που, ξαναπέρασε το Αιγαίο, το “δί-πυρον”, αφού έγινε ...“δι-ήπειρον”, φωτίσθηκε από το λαμπερό φως της Ελλάδας και έγινε …“κουραμπιές”!
Από τον chef Γιώργο Τσελεμεντέ
Κουραμπιέδες του Τσελεμεντέ
“Εν αρχή ήσαν οι Αρχαίοι Έλληνες” (διότι, ως γνωστόν, πίσω από το κάθε τι σε αυτόν τον κόσμο ήταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι…) Εκείνοι λοιπόν χρησιμοποιούσαν τον όρο “δί-πυρον” στην τεχνική ψησίματος που εφάρμοζαν για να μην χαλάει εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών, με την οποία τον έψηναν δύο φορές.
Ήρθαν κατόπιν οι Λατίνοι οι οποίοι (ως άλλοι, προχριστιανοί, …Γιαπωνέζοι) αντέγραψαν τον όρο και τον άλλαξαν σε “bis-cuit”, με τους απογόνους τους, τους Ιταλούς, να το αλλάζουν ακόμη λίγο και να το κάνουν “bis-cotto”, λέξη που υπάρχει μέχρι και σήμερα και μάλιστα είναι διαδεδομένη σε όλον τον κόσμο.
Ναι, αλλά μερικούς αιώνες πιο πριν, οι Βενετοί έμποροι είχαν προλάβει και είχαν κάνει το ίδιο με το λατινογενές “bis-cuit”, που το διέδωσαν στις αγορές τις Ανατολής για τις οποίες τα καράβια τους “είχαν ανοίξει πανιά” και είχαν πολλά νταραβέρια.
Οι μπουνταλάδες εξ ανατολών γείτονές μας δεν μπορούσαν να το προφέρουν σωστά και έτσι, τελικά, εκείνο που επιβίωσε ήταν η παραφθορά της λέξης, ένα “biye”, το οποίο στα τούρκικα σημαίνει ακριβώς αυτό, το μπισκότο. Του κότσαραν από μπροστά και ένα “kuru” που σημαίνει στη γλώσσα τους “ξηρός” και, ιδού κυρίες μου, η λατινο-αραβική λέξη, το “kura-biye”, το ξηρό μπισκότο…
Που, ξαναπέρασε το Αιγαίο, το “δί-πυρον”, αφού έγινε ...“δι-ήπειρον”, φωτίσθηκε από το λαμπερό φως της Ελλάδας και έγινε …“κουραμπιές”!
Από τον chef Γιώργο Τσελεμεντέ
Οδηγίες μαγειρέματος
- 1
Χτυπούμε το βούτυρο μέχρι να γίνει πολύ αφράτο και του προσθέτουμε την ζάχαρη και συνεχίζουμε να το δουλεύουμε μέχρι να ενσωματωθεί στο βούτυρο και αυτή στο βούτυρο.
- 2
Ρίχνουμε σε μια λεκάνη το μείγμα μας και προσθέτουμε τα ασπράδια, το κονιάκ την αμυγδαλόψιχα και κατόπιν λίγο-λίγο το αλεύρι κοσκινισμένο μαζί με την baking powder.
- 3
Ζυμώνουμε μέχρι να γίνει μια αφράτη ζύμη.
- 4
Την αφήνουμε να ξεκουραστεί για τουλάχιστον ½ ώρα.
- 5
Παίρνουμε μικρές ποσότητες από αυτήν τη ζύμη και πλάθουμε τους κουραμπιέδες, στο σχήμα που θέλουμε (κλασσικούς στρογγυλούς ή μισοφέγγαρο).
- 6
Αλείφουμε ένα ταψί με λίγο μαλακωμένο βούτυρο και τοποθετούμε τους κουραμπιέδες σε μία μικρή απόσταση μεταξύ τους.
- 7
Τους ψήνουμε στους 180 βαθμούς για περίπου 20 λεπτά, μέχρι να πάρουν ελαφρώς χρώμα.
- 8
Βγάζουμε το ταψί από το φούρνο και τους τοποθετούμε σε σχάρα να κρυώσουν.
- 9
Σε ένα μπολ ανακατεύουμε την άχνη ζάχαρη με την βανίλια και πασπαλίζουμε τους κουραμπιέδες.
Λέξεις-κλειδιά
Παρόμοιες συνταγές
Περισσότερες συνταγές


Σχόλια